Σε μία παράγραφο

Στο FACT καταγράφουμε μόνον όσα αξίζει να μείνουν από την ειδησεογραφία της ημέρας ώστε οι αναγνώστες του να είναι ενημερωμένοι πρωτίστως ως ελεύθεροι πολίτες για να πάρουν αποφάσεις. Οπότε, ας μην ξενήσει το σημερινό δελτίο. Αποφασίσαμε να δώσουμε έμφαση αποκλειστικώς στα θεσμικά θέματα. Είναι σοβαρά και αξίζει να τους δοθεί έμφαση και η ανάλογη προσοχή.
Η κυβέρνηση δείχνει να παραβλέπει το άρθρο 110 του Συντάγματος που περιγράφει τη διαδικασία αναθεώρησής του και να μετατοπίζει το βάρος από τη Βουλή που είναι αρμόδια σε μια Επιτροπή ερασιτεχνών νομικών όπου ο μόνος σχετικός με το ζήτημα συνδέεται με το την Δικτατορία των Συνταγματαρχών.
Ατόπημα και η συζήτηση του Πρωθυπουργού με την δικαστική ηγεσία για… μισθολογικά θέματα.
Ενώ στις ΗΠΑ ένα μετά το άλλο τα ΜΜΕ δηλώνουν την υποστήριξή τους σε κάποιον απο τους δύο υποψηφίους για το χρίσμα του Προέδρου, η ΕΣΗΕΑ διεξάγει τα πειθαρχικά για τη στάση που κράτησαν δημοσιογράφοι στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.
Ο πρόεδρος του ΣτΕ δηλώνει πως η Δικαιοσύνη οφείλει να αφρουγγάζεται την κοινωνία. Αναφέρεται στους δικαστές ή στους δημοσκόπους;
Στο Flashback θυμόμαστε μια πραγματική και όχι μια “κατά φαντασίαν” σύγκρουση μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους.
Χρόνος ανάγνωσης δελτίου: 5’λεπτά.

Παιχνίδια με το Σύνταγμα.

Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αναθεωρηθεί δηλαδή ν’αλλάξει το Σύνταγμα της χώρας περιγράφεται στο άρθρο 110 του καταστατικού χάρτη της χώρας.

Αρμόδιος για την αναθεώρησή του είναι η Βουλή και μόνον η Βουλή.

Είναι τουλάχιστον περίεργο λοιπόν ότι η κυβέρνηση ανακοίνωσε σήμερα μια επιτροπή (Το Βήμα) με πρόσωπα άσχετα με τη νομική επιστήμη που θα ηγηθούν της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματικής Αναθεώρησης. Ο μόνος σχετικός με το θέμα είναι ο κ.Πέτρος Παραράς, Ομότιμος Καθηγητής ΔΠΘ, πρώην Αντιπρόεδρος ΣτΕ ο οποίος συμμετείχε στην “Επιτροπή Μητρέλια” (Εθνικό Οπτικοακουστικο Αρχείο) που έφτιαξε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος για να εισηγηθεί μετά “από λαϊκή διαβούλευση” το νέο Σύνταγμα της ελληνικής “Δημοκρατίας”.

Οι υπόλοιποι απλώς δεν έχουν καμία σχέση με τα Νομικά και λυπούμαστε γιατί δέχτηκαν να γίνουν περιεχόμενο μιας, ακόμα, επικοινωνιακής δράσης της κυβέρνησης.

Δικαιοσύνη: “Θεσμικός τρόμος”.

Πολύ χαμηλό το βαρομετρικό και σήμερα στη Δικαιοσύνη, με την ηγεσία της να μπαίνει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Σήμερα ο Πρωθυπουργός, συναντήθηκε με τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας. Το περιεχόμενο της συζήτησης (Naftemporiki.gr)κατά τη συνάντηση το διέρρευσε η ίδια η κυβέρνηση που αφορούσε το μισθολόγιο των δικαστικών.
Ο ΠΘ παρουσίαση την πρόταση της κυβέρνησης για το ειδικό μισθολόγιο και δεσμεύθηκε να διατηρούν οι ισχύουσες αμοιβές χωρίς καμία μείωση ενώ υποσχέθηκε και αύξηση των αμοιβών (!) στην προοπτική βελτίωσης των δημόσιων οικονομικών.

Η αντίδραση της Αντιπολίτευσης ήταν οξύτατη:
“Οι δημόσιες τοποθετήσεις ανώτατων δικαστικών λειτουργών, δηλαδή της ηγεσίας της ελληνικής Δικαιοσύνης, για μισθολογικά θέματα, μετά τη συνάντησή τους με τον πρωθυπουργό, εισπράττονται από την κοινωνία ως συναλλαγή.

Εάν ο κ. Τσίπρας ήθελε να συζητήσει θέματα που αφορούν στους μισθούς των δικαστών, όφειλε να καλέσει τις συνδικαλιστικές τους Ενώσεις. Όχι την ηγεσία της Δικαιοσύνης, που αποδεχόμενη την εμπλοκή της σε τέτοιου είδους συζητήσεις, έχει τις δικές της ευθύνες για την αρνητική εντύπωση που προκαλείται”.

Όμως η επίσκεψη των δικαστικών στο γραφείο του Πρωθυπουργού δεν ήταν το μόνο θέμα που δημιούργησε σήμερα αντιδράσεις.
Ο Πρόεδρος του ΣτΕ κ.Νίκος Σακελλαρίου εξέφρασε την πρωτοφανή άποψη ότι “Καθήκον των δικαστών είναι να πιάσουμε τον σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να δώσουμε μια ώθηση προς τα μπρος”, τη στιγμή που καθήκον της Δικαιοσύνης είναι ακριβώς το αντίθετο: να αποφασίζει βάσει των αρχών του Δικαίου και όχι να υποτάσσεται στις επιταγές της κοινής γνώμης.

Καταγράφουμε ως χαρακτηριστικότερη όλων στις δηλώσεις Σακελλαρίου την αντίδραση του π.Προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ.Ευάγγελου Βενιζέλου ο οποίος αφού δήλωσε άναυδος δήλωσε: “Και μόνο η φράση ότι “υποχρέωση του δικαστηρίου είναι να αφουγκράζεται την κοινωνία” προκαλεί θεσμικό τρόμο”.

Δεν χρειάζονται άλλα σχόλια.

 

ΕΣΗΕΑ: Αθώοι οι κατηγορούμενοι δημοσιογράφοι για το Δημοψήφισμα του Ιουλίου

Την ώρα που τα αμερικανικά ΜΜΕ το ένα μετά το άλλο παίρνουν θέση στην προεδρική εκλογή του Νοεμβρίου δηλώνοντας ανοιχτά ποιον υποψήφιο στηρίζουν, Έλληνες δημοσιογράφοι απολογούνται στο συνδικαλιστικό τους όργανο για τη στάση που κράτησαν στο Δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.

Σήμερα λοιπόν,  η ΕΣΗΕΑ έκρινε ως αθώους τους δημοσιογράφους Άρη Πορτοσάλτε, Σταμάτη Μαλέλη και Νίκο Κονιτόπουλο σε ό,τι αφορά τη στάση που τήρησαν πριν από την περίοδο του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015.

Flashback: “Όχι διάλογος με την Εκκλησία για τις ταυτότητες”.

Η κατα φαντασίαν, όπως αποδείχτηκε, σύγκρουση του Υπουργού Παιδείας κ.Νίκου Φίλη με τον Αρχιεπίσκοπο κ.Ιερώνυμο μας θύμισε μια αληθινή σύγκρουση Κράτους-Εκκλησίας, τη μόνη που πραγματικά καταγράφεται από το 1974 και αφορά δυο μεγάλες προσωπικότητες, μία της πολιτικής και μία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.

Αναφερόμαστε, βέβαια, σφοδρή σύγκρουση για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες μεταξύ της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και την Εκκλησίας της Ελλάδος επί Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

Ο δικηγόρος κ.Χρ.Γραμματίδης, μας θύμισε ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ εκείνης της εποχής ( 07/06/2000) στο οποίο καταγράφεται η “κόντρα”.

” Σε πλήρη ρήξη οδηγήθηκαν οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, μετά την απόφαση της Ιεραρχίας να προχωρήσει στην οργάνωση δυναμικών εκδηλώσεων για το θέμα των ταυτοτήτων. Η απόφαση της Ιεραρχίας να διοργανώσει δύο συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας ­ μία στη Θεσσαλονίκη στις 14 Ιουνίου και μία στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου ­ δεν αλλάζει τη στάση της κυβέρνησης, η οποία τελεσίδικα έκλεισε το θέμα.

Τόσο ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όσο και ο υπουργός Παιδείας Πέτρος Ευθυμίου κατέστησαν σαφές προς την Ιεραρχία ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να δεχθεί συζήτηση για τις ταυτότητες και έκλεισαν έτσι την πόρτα σε κάθε αίτημα διαλόγου ­ επ’ αυτού ­ με την Ιεραρχία. Όπως αναμενόταν, η Ιεραρχία ζήτησε ραντεβού από τον Πρωθυπουργό, στη διάρκεια της έκτακτης συνεδρίασης που είχε. Τηλεφώνησε στο Μέγαρο Μαξίμου εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου ο αρχιγραμματέας της Ιεραρχίας κ. Θεολόγος και ζήτησε από την ιδιαιτέρα του Πρωθυπουργού Μαρ. Πλευράκη «να δεχθεί ο κ. Πρωθυπουργός αντιπροσωπεία ιεραρχών υπό τον Μακαριώτατο». «Για ποιο θέμα, να μεταφέρω στον κ. Πρωθυπουργό;» ρώτησε η κ. Πλευράκη. «Για το θέμα των ταυτοτήτων», απάντησε ο αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου.

Το τηλεφώνημα

«Θα ενημερώσω τον κ. Πρωθυπουργό», απάντησε η κ. Πλευράκη, και λίγο αργότερα τηλεφωνούσε στον κ. Θεολόγο για να του αναφέρει ότι «ο κ. Πρωθυπουργός παρακαλεί να μεταφέρετε στην Ιεραρχία ότι επί του θέματος των ταυτοτήτων δεν υπάρχει θέμα συζήτησης και συστήνει να επικοινωνήσετε με τον αρμόδιο υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων».

Το επόμενο τηλεφώνημα του κ. Θεολόγου ήταν προς τον υπουργό Παιδείας Πέτρο Ευθυμίου, ο οποίος του ανέφερε ότι «δεν έχω αντίρρηση να συναντηθώ με τον Μακαριώτατο, αλλά όχι για το θέμα των ταυτοτήτων, για το οποίο η θέση της κυβέρνησης είναι δεδομένη». Λίγο αργότερα, στον κ. Ευθυμίου τηλεφώνησε, εκ μέρους της τριμερούς αντιπροσωπείας της Ιεραρχίας η οποία υπό τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο θα επισκεπτόταν τον Πρωθυπουργό, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος.

«Επιθυμούμε να έχουμε διάλογο με την κυβέρνηση για το θέμα των ταυτοτήτων», είπε ο κ. Άνθιμος και προσέθεσε: «Οφείλω με την ευκαιρία να εκφράσω την δυσφορία της Ιεραρχίας για τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε το αίτημά μας για συνάντηση με τον Πρωθυπουργό».

«Είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο για οποιοδήποτε θέμα απασχολεί πραγματικά τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας», απάντησε ο κ. Ευθυμίου, «αλλά όχι για το θέμα των ταυτοτήτων, που είναι ένα ζήτημα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Πολιτείας.

Συνάντηση για το θέμα αυτό μαζί μου δεν έχει κανένα νόημα, διότι η κυβέρνηση έχει λάβει τις αποφάσεις της. Υπάρχουν, όμως, πάγια και ουσιαστικά θέματα, τα οποία μπορούμε να συζητήσουμε όποτε το επιθυμείτε. Όπως, για παράδειγμα, η εκκλησιαστική περιουσία και η αξιοποίησή της, η εκκλησιαστική εκπαίδευση, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη».

«Θα μεταφέρω τις απόψεις σας στην Ιεραρχία» απάντησε ο κ. Άνθιμος, «και θα σας απαντήσω».

Πηγή: ΤΑ ΝΕΑ.