Για πρώτη φορά οι νευροεπιστήμονες εντοπίζουν διαφορές στον εγκέφαλο μεταξύ ατόμων που διέπραξαν σκόπιμα ένα εγκλήμα και όσων παραβίασαν το νόμο απερίσκεπτα.
Πιο συγκεκριμένα, μία ερευνητική ομάδα του Virginia Tech Carilion Research Institute αξιοποίησε έναν συνδυασμό λειτουργικής σάρωσης μαγνητικής τομογραφίας (fMRI) του εγκεφάλου και τεχνητής νοημοσύνης, για να “διαβάσει” το μυαλό των εγκληματιών και ν’αποφανθεί εάν η διάπραξη του εγκλήματος προήλθε από εγνωσμένη πρόθεση. Τα πλήρη αποτελέσματα της έρευνας έχουν δημοσιευτεί στην επιστημονική επιθεώρηση PNAS.
Η επιστημονική τεκμηρίωση της νευροβιολογικής διαφοράς έρχεται προς επίρρωση των διαφορικών ποινικών κυρώσεων που επιβάλλονται κατά περίπτωση στα δικαστήρια, ώστε να αντικατοπτρίζουν την ενδεχόμενη πρόθεση του εγκληματία και να σωφρονίζουν αναλόγως.
Το νομικό αυτό ζήτημα εγείρει διφορούμενες στάσεις, ωστόσο, η νέα έρευνα παρέχει σημαντικό έρεισμα στα δικανικά ειωθότα, καθώς μέχρι πρόσφατα δεν ήταν σαφές αν η διάκριση πράγματι αντανακλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι πλέον θα είναι εφικτό να αποκρυπτογραφούνται οι προθέσεις των ανθρώπων τη στιγμή που εκτελείται το έγκλημα, με την προϋπόθεση φυσικά ότι το διαπράττουν εντός ενός μαγνητικού τομογράφου! Πράγμα σπάνιο.
Για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων, στρατολογήθηκαν 40 άτομα και ανέλαβαν εικονικά καθήκοντα λαθρεμπόρου ναρκωτικών, χωρίς πάντα να γνωρίζουν το ρόλο τους. Ο σκοπός τους ήταν να περάσουν μία βαλίτσα από τα σύνορα. Η δραστηριότητα του εγκεφάλου τους σαρώθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προσομοίωσης και τα δεδομένα εστάλησαν για επεξεργασία σε έναν αλγόριθμο μηχανικής μάθησης, ώστε να διακριθούν τα αποκλίνοντα μοτίβα μεταξύ των συμμετασχόντων. Αυτό επέτρεψε στους επιστήμονες να καθορίσουν με ακρίβεια αν τα υποκείμενα της έρευνας γνώριζαν τι διακινήθηκε μέσω της βαλίτσας, και, επομένως, αν ενήργησαν εκ προθέσεως ή όχι.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι οι απεικονίσεις εγκεφάλου δεν είναι προς το παρόν αποδεκτές από τα δικαστήρια ως ελαφρυντικά τεκμήρια και προειδοποιούν ότι η ψυχική κατάσταση του εναγομένου δε θα πρέπει να μειώνεται -ακόμη- ανάλογα με την ταξινόμηση που έχουν λάβει τέτοια δεδομένα. Εντούτοις, τα ευρήματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν μελλοντικά το πώς οι δικαστές κρίνουν την ποινική ευθύνη.

