Διαπραγμάτευση: Επικοινωνιακή ανάσα για την κυβέρνηση

Από τη χθεσινή κατήφεια στα πανηγύρια σήμερα η κυβέρνηση, μετά τη δημοσίευση των επικαιροποιημένων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ, που δείχνουν αύξηση κατά 0,4% κατά το τελευταίο τρίμηνο αλλά και σε ετήσια βάση, ανατρέποντας την αρχική εκτίμηση για ύφεση. Ενθαρρυντικό στοιχείο και η σημαντική αύξηση των επενδύσεων κατά 11,2%, σε ετήσια βάση. Τα στοιχεία αυτά, εφόσον οριστικοποιηθούν, ενισχύουν τις ελπίδες για ανάκαμψη το 2017, υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθεί ομαλά η δεύτερη αξιολόγηση και θα εκταμιευθεί η δόση. (In.gr)

Τα νέα δεδομένα δίνουν μια αφορμή στην κυβέρνηση να επιστρέψει στα διθυραμβικά non-paper, τα οποία διανθίζει με τυποποιημένες κατηγορίες εις βάρος της αντιπολίτευσης και του “συστημικού Τύπου”. Πρόκειται όμως για μια ανάσα και όχι για όχημα που θα τη βγάλει από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει με τη διαπραγμάτευση για το χρέος.

Στο “μέτωπο του χρέους”, η γενική αίσθηση είναι ότι η Ελλάδα δεν αναμένεται να λάβει σημαντικά βελτιωμένο πακέτο λύσης στο επόμενο Eurogroup, με αποτέλεσμα να μην ανοίξει η πόρτα του QE για τα ελληνικά ομόλογα.

Συνεχίζονται πάντως οι διεργασίες, με στόχο να υπάρξει κάτι περισσότερο από την εκταμίευση της δόσης. Άλλες πληροφορίες αναφέρουν πως, αφού η ποσοτική χαλάρωση απομακρύνεται, θα μπορούσε να εκταμιευθεί μεγαλύτερη δόση από τα 7 δις που προβλέπονται. Εξετάζεται το ύψος της να υπερβεί ακόμα και τα 10 δις, προκειμένου να δοθεί ένα μήνυμα ενίσχυσης της ανάπτυξης μέσω της αποπληρωμής ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου. (Euro2Day)

 

Και δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες ανακοινώσεις, ενδεικτικές του κλίματος που επικρατεί:

Μοσκοβισί: “Δεν μπορούμε να αποφασίζουμε συνεχώς για την τύχη της Ελλάδας πίσω από κλειστές πόρτες”.

Κεντρική Τράπεζα Γερμανίας: “Δεν χρειάζεται ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Το επιχείρημα ότι η βιωσιμότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ελάφρυνση χρέους δεν είναι πειστικό. Αν το πρόγραμμα εφαρμοζόταν πλήρως και οι δημοσιονομικοί στόχοι εκπληρώνονταν, αυτό θα έφερνε μια συνεχή πτώση του λόγου χρέους κι έτσι θα αποκαθιστούσε ξανά τη βιωσιμότητα”.